Πολύ


Αν δεν μου μιλούσες τόσο ακατάληπτα δεν θα με έκανες να σκέφτομαι όλη την ώρα. Αν δεν σκεφτόμουν επίμονα δεν θα γυάλιζε το βλέμμα μου. Αν δεν δάκρυζα δεν θα θόλωναν τα τζάμια. Αν δεν εμποδιζόταν η όραση θα πάταγα έγκαιρα φρένο. Αν πάταγα έγκαιρα φρένο δεν θα σκοτώναμε τον πεζό που προσπαθούσε να περάσει απέναντι. Αν δεν γινόμασταν δολοφόνοι δεν θα βγαίναμε ποτέ από το αυτοκίνητο. Αν δεν βγαίναμε από το αυτοκίνητο δεν θα έβλεπα ποτέ το κορμί μου στην άσφαλτο.


Θα νόμιζα πως σκοτώσαμε κάποιον άλλον. Και θα συνεχίζαμε με έναν έντεχνο ελιγμό του τιμονιού.

Τα φτιασίδια της φτώχιας

Είναι 6 χρονών. Σαστισμένο, γιατί το ανακάλυψαν. Φοβισμένο, γιατί θα το χτυπήσουν που δεν έφερε τα αναμενόμενα. Απορρημένο, πως το κατάλαβαν. Έχει δυο λαμπερές ματάρες που δεν είδαν, ούτε θα δουν, όσα άλλα 6χρονα είδαν και θα δουν. Βλέπει μόνο τη μιζέρια που το πνίγει. Τα χεράκια του είναι σηκωμένα στο ύψος του προσώπου, εκεί που σταμάτησαν όταν κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν πια να αμύνεται από τους ρεπόρτερ. Του έβγαλαν τις ψεύτικες γάζες και τις ψεύτικες πληγές και αποκάλυψαν την αθώα ομορφιά του. Μια ομορφιά που του απαγορεύει να βρει φαί και αγάπη. Στον κόσμο που γεννήθηκε πουλάνε καλύτερα τα φτιασίδια της φτώχιας. Ο κίνδυνος και η μιζέρια.
Όταν μεγαλώσει θα κουραστεί να παίζει το θέατρο της σκλαβιάς. Θα θελήσει να ξεχνιέται. Θα επιθυμήσει το πιο εύκολο κέρδος. Ίσως τότε να θυμηθεί και το πόσο όμορφο είναι - και ελεύθερο πια να αποφασίσει να εκμεταλλευτεί το σφρίγος του και την πληθώρα υγιών νευρώνων που ακόμα διαθέτει ο εγκέφαλός του. Θα επιταχύνει την καταστροφή του, μαζί και τη σωτηρία του.


Τον λένε Χάσαν και ζει στο Πακιστάν. Ποιος ξέρει για πόσο ακόμα;