Headless longing for some shade 2


Έχω ξαναγράψει με αυτόν τον τίτλο. Αλλά τον νιώθω πάλι επίκαιρο στα μέσα μου. Θέλω να γράψω για όλα όσα συμβαίνουν, να βρω το λόγο που είμαι πάλι ανάπηρος μπροστά σε μια χώρα που καταρρέει αλλά οι άνθρωποί της αντέχουν και να τους ρωτήσω πώς το καταφέρνουν. Μπροστά στη θανατηφόρα αρρώστια που χτυπάει κατακαλόκαιρο ή καταμεσήμερο χωρίς προειδοποίηση ανθρώπους αγαπητούς και αγαπημένους αφήνοντας εμάς τους ανυποψίαστους εκστατικούς και σαστισμένους μπροστά στο θάμμα της ζωής και του θανάτου. Να γράψω για το νιαούρισμα του γάτου που τρία χρόνια τώρα αγαπώ να ακούω αλλά (αρνούμαι, στ' αλήθεια) δεν μπορώ να μεταφράσω. Να πω για αποστάσεις και αποφάσεις τελεσίδικες που ποτέ δεν δείχνουν τα σημάδια τους από πιο πριν. Για πρώην φίλους ακατανόητους που τους παραφυλάω στη γωνία σφυρίζοντας αδιάφορα. Για το ίδιο το γράψιμο, που εκφράζει την ύπαρξη αλλά και την εξουσιάζει - κακή συνήθεια ερμηνείας. Για τους απέναντι που ενοχλούν χωρίς να φταίνε. Για την καχυποψία που παραμονεύει να χαλάσει ό,τι με κόπο (αλλά χωρίς τρόπο;) έφτιαξες. Για τη νέα στέγη. Για το ότι έχω στέγη και μένουν άστεγοι κάποιοι που με στέγασαν, θύματα μνημονίων και συμφερόντων. Για να στείλω στο διάολο όλα τα παραπάνω και να κρατήσω την ουσία που δεν μπορώ ακόμα να ξεχωρίσω - υπάρχει; Για τα ανατικατάστατα και αντικαταστάσιμα που δεν μπαίνουν σε μια τάξη που να βγάζει νόημα - για μένα. Για το ότι είναι Σάββατο απόψε, έχω ξυπνήσει από τις επτά το πρωί και το μόνο δημιουργικό πράγμα που κατάφερα είναι μια ομελέτα το μεσημέρι. Για το ότι φεύγει εύκολα από τη μνήμη ένα γαλήνιο κοιμισμένο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες.


Για να μην ξεχάσω, μάλλον, γράφω.